ΤΑ ΝΕΑ ΜΕΤΡΑ ΠΟΥ ΕΤΟΙΜΑΖΟΥΝ ΚΑΙ «ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΟΝΤΑΙ»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ – ΤΡΟΪΚΑ – ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Νέος γύρος επίθεσης σε συμβάσεις – τριετίες – απεργία

Στο πλαίσιο των κατευθύνσεων της ΕΕ, μεθοδεύουν την εφαρμογή μόνιμων αξιώσεων της εργοδοσίας

 clip_image002

Αυτοί είναι οι (επίσημοι) μισθοί πείνας, που το κεφάλαιο θέλει να κατεβάσει ακόμα πιο κάτω, για να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά του…

Νέα αντεργατικά μέτρα, αλλά και παλιότερα, που προσωρινά τα είχαν αφήσει στην άκρη, ανοίγουν ξανά κυβέρνηση και τρόικα. Επιβεβαιώνεται και μ’ αυτόν τον τρόπο ότι η επίθεση σε βάρος των εργαζομένων και των άλλων λαϊκών στρωμάτων δεν είναι πρόσκαιρο αποτέλεσμα των μνημονίων και της «δημοσιονομικής προσαρμογής», αλλά απαντάει στην ανάγκη για θωράκιση της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου. Γι’ αυτό αποτελεί διαχρονική στρατηγική της ΕΕ, των κυβερνήσεων και των κομμάτων της, ανεξάρτητα από το μείγμα διαχείρισης που προβάλλει ο καθένας.

Πέρα από τα ζητήματα που εντατικά μεθοδεύονται τις προηγούμενες βδομάδες και μήνες, όπως η ολοκληρωτική απελευθέρωση των απολύσεων και η μείωση των εργοδοτικών εισφορών κατά 3,9 μονάδες επιπλέον, στις συνεννοήσεις κυβέρνησης – τρόικας επανέρχονται τα εξής:

  • Η παραπέρα ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, με την επέκταση της ενοικίασης εργαζομένων, με συμβόλαια μέχρι και 3 χρόνια χωρίς αποζημίωση.
  • Η επιπλέον περικοπή των κατώτερων μισθών, με την κατάργηση των τριετιών μετά το 2017 (μέχρι τότε είναι ήδη «παγωμένες»).
  • Η παρεμπόδιση των συνδικάτων να προκηρύξουν απεργία, αλλά και το δικαίωμα των επιχειρήσεων να κηρύσσουν ανταπεργία.

Συγκεκριμένα:

1. Η εκ νέου μείωση των εργοδοτικών εισφορών κατά 3,9 μονάδες, που θα απαλλάξει τις επιχειρήσεις από 1 δισ. ευρώ περίπου σε ετήσια βάση, είναι ήδη προαποφασισμένη. Οι συζητήσεις της κυβέρνησης με την τρόικα αφορούν μόνο τον τρόπο που θα προωθηθεί, καθώς και τα νέα προβλήματα που θα ανακύψουν στο ΙΚΑ, από την παραπέρα μείωση των πόρων του και ενώ η κυβέρνηση έχει προβεί σε νέες περικοπές στην κρατική χρηματοδότηση της Κοινωνικής Ασφάλισης, που θα συνεχιστούν τα επόμενα χρόνια.

2. Το ίδιο προαποφασισμένη είναι και η πλήρης απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων πάνω από τα σημερινά θεσμοθετημένα όρια. Η κουβέντα που γίνεται είναι αν αρκεί η νέα ρύθμιση που έγινε μέσω Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ή θα χρειαστεί και νομοθετική διάταξη, που θα ορίζει ρητά την κατάργηση του βέτο που είχε μέχρι τώρα ο εκάστοτε υπουργός Εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, οι δύο παραπάνω παρεμβάσεις έχουν δρομολογηθεί από κυβέρνηση και τρόικα και απομένουν μόνο οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή τους, για λογαριασμό του κεφαλαίου.

3. Την ίδια στιγμή, ξαναβάζουν στο τραπέζι μέτρα που θα περιορίζουν, μέχρι και θα εμποδίζουν στην πράξη το δικαίωμα στην απεργία, την ώρα που κρατάνε σε ισχύ νομοθετήματα όπως αυτό της πολιτικής επιστράτευσης. Τα μέτρα αυτά, η κυβέρνηση προσπαθεί να τα παρουσιάσει σαν αξιώσεις της τρόικας, όταν είναι η ίδια που έχει ανοίξει το θέμα σε ανύποπτο χρόνο, για να ικανοποιήσει βασικά αιτήματα της εργοδοσίας.

Ενδεικτικά, θυμίζουμε ότι το Φλεβάρη του 2013, το υπουργείο Εργασίας, με διαρροές στον Τύπο, προανήγγειλε αλλαγές προς αυτήν την κατεύθυνση. Ο «Ριζοσπάστης» σημείωνε στο σχετικό ρεπορτάζ (12/2/2013): «Τα επιτελεία του υπουργείου ετοιμάζουν σχέδιο με το οποίο θα ανατρέπεται ο τρόπος λήψης απόφασης για την προκήρυξη απεργίας, όπως ισχύει σήμερα με τον ν.1264/1982, ενώ θα δίνεται η δυνατότητα στις επιχειρήσεις, σε περίπτωση απεργίας των εργαζομένων, να απαντούν με ανταπεργία (λοκ-άουτ).

Συγκεκριμένα, η προκήρυξη απεργίας που σήμερα στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις γίνεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, από την πλειοψηφία των παρόντων μελών του σωματείου και αφού πρώτα έχει διαπιστωθεί απαρτία, να αντικατασταθεί με απόφαση όλων των εργαζομένων της επιχείρησης, αναβιώνοντας έτσι το περίφημο «άρθρο 4» για τις ΔΕΚΟ το 1983.

Ενας τέτοιος, όμως, όρος οδηγεί πρακτικά στην παρεμπόδιση κάθε απόφασης για απεργία. Το ίδιο προκλητική είναι και η ρύθμιση που επεξεργάζεται το υπουργείο για να επαναφέρει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις για προκήρυξη ανταπεργίας (δηλαδή κλείσιμο της επιχείρησης) και ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη απεργιακή κινητοποίηση των εργαζομένων. Δυνατότητα που υπήρχε πριν από το 1982 με το νόμο 330/1976 του τότε υπουργού Εργασίας Λάσκαρη και καταργήθηκε με το νόμο 1264.

Στην ίδια αντεργατική κατεύθυνση κινούνται και οι σχεδιασμοί – σύμφωνα πάντα με τις ίδιες διαρροές – για παρεμπόδιση της συνδικαλιστικής δράσης με τον περιορισμό ή την κατάργηση των συνδικαλιστικών αδειών, αλλά και την αλλαγή της δομής του συνδικαλιστικού κινήματος, όπως είναι η ύπαρξη και λειτουργία των Εργατικών Κέντρων, και κυρίως το δικαίωμά τους να κηρύσσουν απεργία σε επίπεδο νομού.

Σύμφωνα με τις ίδιες διαρροές, στελέχη του υπουργείου Εργασίας ισχυρίζονται ότι «δεν μπορεί… να διατηρούμε τη δυνατότητα ολιγομελών σωματείων να ακινητοποιούν δημόσιες επιχειρήσεις», ενώ ο ίδιος ο υπουργός Εργασίας, Γ. Βρούτσης, δήλωνε στο «Βήμα» πως «έχουν περάσει 30 χρόνια από τη θέσπιση του υφιστάμενου νόμου και οι εποχές και οι συνθήκες αλλά και οι ανάγκες του συνδικαλιστικού κινήματος επιβάλλουν – τουλάχιστον – να ανοίξει η συζήτηση»!»

4. Την ίδια στιγμή, σε Αθήνα και Βρυξέλλες, επιδίδονται σε «ζυμώσεις» για νέο χτύπημα στους μισθούς και στις αμοιβές των εργαζομένων. Ετσι, ενώ υποτίθεται ότι το θέμα του κατώτερου μισθού θ’ ανοίξει μετά το 2017, διαρροές κάνουν λόγο για κατάργηση των τριετιών, με αποτέλεσμα πέραν των 586 ευρώ μεικτά και τα 511 ευρώ μεικτά για τους κάτω των 25 ετών, ο εργαζόμενος να μη δικαιούται κανένα επίδομα, ούτε αυτό της πολυετίας.

Αυτοί οι σχεδιασμοί γίνονται τη στιγμή, που, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της «Εργάνης» (βλέπε πίνακα), τον περασμένο Σεπτέμβρη σε σύνολο 1.371.450 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, οι 277.532, δηλαδή το 20,4% παίρνουν μηνιαίο μισθό μέχρι 500 ευρώ μικτά, που σημαίνει ότι τα καθαρά φτάνουν μέχρι 400 ευρώ, ενώ υπάρχουν μισθωτοί που ο μισθός τους δεν ξεπερνά τα 200 και 300 ευρώ! Ταυτόχρονα, 272.816 εργαζόμενοι απασχολούνται το πολύ μέχρι 20 ώρες τη βδομάδα.

Επιπλέον, εκτός απ’ αυτούς που βρίσκονται στον «πάτο του βαρελιού», με μισθούς που δεν εξασφαλίζουν ούτε τα βασικά μέσα επιβίωσης, έχουμε 105.401 εργαζόμενους (7,69%) με μηνιαίο μισθό 501 έως 600 ευρώ μεικτά, άλλους 105.523 (7,69) με μισθό από 601 έως 700 ευρώ μεικτά και ακόμα 106.271 εργαζόμενους με μισθό από 701 έως 800 ευρώ μεικτά. Ετσι μέχρι 800 ευρώ μεικτά λαμβάνουν 594.727 εργαζόμενοι, δηλαδή το 43,37% των μισθωτών!

5. Οι κεφαλαιοκράτες δε «χορταίνουν» ούτε με αυτούς τους μισθούς πείνας, που έχουν εξασφαλίσει σε βάρος της εργατικής τάξης. Ετσι, σύμφωνα με πληροφορίες («Ελεύθερος Τύπος»), η κυβέρνηση έχει έτοιμη σχετική διάταξη με την οποία εργαζόμενοι, ως αναλώσιμοι, θα προσλαμβάνονται αντί με Συμβάσεις Εργασίας, με συμβόλαια διάρκειας μέχρι 36 μηνών και θα απολύονται χωρίς καμιά αποζημίωση. Οι «προσλήψεις» τέτοιου είδους θα γίνονται μέσα από δουλεμπορικά, τις γνωστές Εταιρείες Προσωρινής Απασχόλησης (ΕΠΑ), χωρίς καν να ισχύουν οι μέχρι τώρα τυπικοί περιορισμοί (π.χ. «έκτακτες» ανάγκες, πρόσκαιρες ή εποχικές).

Μετά το τέλος της Σύμβασης, οι εργαζόμενοι θα απολύονται χωρίς την παραμικρή αποζημίωση, ακόμα και στην περίπτωση που η εργασία τους είχε διαρκέσει τρία ολόκληρα χρόνια. Με τον τρόπο αυτό, δημιουργείται ακόμη μία στρατιά με φθηνό και ευέλικτο εργατικό δυναμικό που δε θα διαθέτει την παραμικρή προστασία.